4 Αυγούστου 2010

Αρχαϊκό Αναθηματικό ανάγλυφο.



  Το ανάγλυφο αυτό βρέθηκε το 1911 στην Ακρόπολη της Θάσου,μέσα στα ερείπια του Ιερού του Πύθιου Απόλλωνα.
  Κλάπηκε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.Πέρασε από διάφορες ιδιωτικές συλλογές και τελικά αγοράστηκε το 1955 από το "Μουσείο Γκετύ" της Αμερικής.
  Το 2006 το Υπουργείο Πολιτισμού αγόρασε και επαναπάτρισε το ανάγλυφο.
   Αφού εκτέθηκε για λίγο στο Εθνικό Μουσείο της Αθήνας,επέστρεψε οριστικά στην Θάσο τον Ιούνιο του 2007.

2 Αυγούστου 2010

Κριοφόρος Κούρος.


   Τον  6ου π.Χ. αιώνα,κάποιος ανώνυμος γλύπτης άρχισε να δουλεύει έναν Κούρο.
   Η ρωγμή που διακρίνεται κοντά στο αριστερό αυτί,υπήρξε μάλλον η αιτία να μείνει ημιτελής και  "άχρηστος".
    Το 1917 βρέθηκε στο Πύθιο ,όπου είχε χρησιμοποιηθεί σαν οικοδομικό υλικό σε αναλληματικό τοίχο.
    Η πρώτη φωτογραφία είναι από την αποτοίχιση του άνω κορμού του.
    Σήμερα εκτίθεται στην κεντρική αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θάσου.

28 Μαΐου 2010

Αρχοντικό Θεολογίτη.


  Το αρχοντικό της οικογένειας Θεολογίτη,κτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.
  Τα ερείπια της παλαιοχριστιανικής βασιλικής της πλατείας του Λιμένα,ήταν "πρώτης τάξης" οικοδομικό υλικό.
  Σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε εντοιχισμένα ανάγλυφα επιγραφές και κεφάλια από ανδριάντες.

22 Μαΐου 2010

Ο Λιμένας στις αρχές του εικοστού αιώνα.

Σκέψεις του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.

Αν δεν είχα γενηθή Σκιαθήτης,θα ήθελα να είχα γεννηθεί Θάσιος
Διότι είς την νήσον αυτήν,η τέχνη ήνθισε ερήμην των καρπών της.

6 Ιανουαρίου 2010

      ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟ  ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Στην ακροθαλασσιά της Καβάλλας, ανάμεσα στη στενόχωρη παράταξη των καραβιών με τα διπλωμένα πανιά και τα ορθόστητα κατάρτια, πλήθος πολύχρωμο πηγαινοέρχεται και θορυβεί μέσα στο καταμεσήμερο, περιμένοντας την ώρα που θα ξεκινήση το μοτόρι, το μικρό πετρελαιοκίνητο σκάφος, που εκτελεί τη συγκοινωνία Καβάλλας-Θάσου. Από τον κόσμο τούτο το μεγαλύτερο μέρος δεν έχει δουλειά· πηγαίνει στη Θάσο να ξεσκάση, να βρη δροσιά και γαλήνη κ' έχει στα μάτια του την ανυπομονησία και τη διάθεση της φυγής. Ευκίνητο και πρόσχαρο είναι το πλήθος και νομίζει κανείς πως βρίσκεται, με όλες τις αναλογίες κρατημένες, αντίκρυ στον πίνακα του Βαττώ. Ενα ταξίδι για τα Κύθηρα, χώρα μαγευτική των ειδυλλίων και των ονείρων, όπου το κύμα παίζει πρόσχαρο στην ακρογιαλιά κ' η αύρα φέρνει τους μυστικούς ανασασμούς του τριαντάφυλλου και του γιασεμιού. Μα η Θάσος δεν είνε μακρινή. Διαγράφει εκεί δα αντίκρυ στο λιμάνι το ήρεμο σχήμα της, πλαγιές που κατηφορίζουν μαλακά προς τη θάλασσα, κορυφές χαμηλών βουνών, που ανεβαίνουν ανάερες στο φως και τη δόξα του ασυννέφιαστου ουρανού. Σχεδόν αρκεί ένα πήδημα, μια στροφή του τιμονιού, μια μικρή μετακίνηση του κουπιού, ένα φύσημα του ανέμου στο άσπρο πανί, για ν' αγγίξη κανείς την πράσινη γοητεία, που λαχταρούν τα μάτια του και το φλογισμένο του κορμί. Και το πήδημα τούτο διαρκεί τρισήμισυ ώρες. Το μοτόρι πιάνει σε δύο σκάλες, στο Καζαβήτι και στο Ραχώνι κ' ύστερα μπαίνει στο Λιμένα, στον τόπο που άπλωνε εδώ και χιλιάδες χρόνια την ειδυλλιακή της ομορφιά η αρχαία πολιτεία της Θάσου.




Το πέρασμα τώρα το καλοκαίρι είνε γνησίου λυρικού ύφους. Το Αιγαίο απλώνεται λαμπρόφωτο, καταγάλανο, ακύμαντο· η Καβάλλα χάνεται σιγά-σιγά με τους βράχους, τα σπίτια της, τους θόλους της, τους μιναρέδες της, τα καμπαναριά της και τους οβελίσκους των καπνοδόχων της μέσα στη φλογισμένη άχνα του ήλιου, το νησί αρχίζει να βγαίνη από τα κύματα πειό κοντεινό, πειό αισθητό, πειό πράσινο και ν' αποκαλύπτη τα κατάσκια φαράγγια του, τις ολόστρωτες αμμουδιές του, τ' άσπρα σπιτάκια του και τα μοναχικά εκκλησάκια του, που κάθονται ήσυχα-ήσυχα στη βίγλα τους και κοιτάνε το απέραντο πέλαγος. Κι ο ταξιδιώτης νομίζει πως βυθίζεται κάθε στιγμή περισσότερο στη χρυσογάλανη φωταύγεια, που δημιουργεί ολόγυρά του το θαυμαστό παραμύθι της αφροντισιάς. Γιατί εδώ πέρα δεν υπάρχει τόπος για σκυθρωπή και κουραστική φροντίδα, για πεζό και στενόκαρδο υπολογισμό. Οι ξέρες λάμπουν στον ήλιο σαν σφυρηλατημένες σε ανόθευτο χρυσάφι, οι αφροί των κυμάτων ανθίζουν και διαλύονται σαν παράδοξα ασημένια λουλούδια, τα πανιά των καϊκιών που λευκάζουν στην αλέκιαστη επιφάνεια της θάλασσας σβήνουν στα βάθη των οριζόντων σαν ανάεροι, φευγαλέοι αποχαιρετισμοί, ευκίνητα ψάρια αναπηδούν και σπαθίζουν τα νερά με τη φεγγόβολη ράχη τους κ' είνε όλα τόσο ειρηνικά, τόσο λαμπρά και τόσο απίθανα, που νομίζει κανείς πως δεν πορεύεται στην αντικρινή ακρογιαλιά, μα πως σχίζει με τη σχεδία των μυθικών Οδυσσέων τις θάλασσες τις Χιμαίρας, για ν' αράξη στα λουλουδισμένα και μακάρια νησιά της Καλυψούς, στη χώρα που προσφέρει τη λήθη των παθών και των πόνων, στη μακρινή γη των Λωτοφάγων. Μια τέτοια γη είνε για τους ανθρώπους που μοχθούν και καρτερούν το σμαράγδινο νησί της Θάσου. Από τη στιγμή που θ' αγγίξη κανείς την ακροθαλασσιά του, περνώντας με το γραφικό μοτόρι δίπλα στις άσπρες, φεγγόβολες αμμουδιές και τις καταπράσινες κατηφοριές και σπαθίζοντας τους όρμους, όπου ακινητούν συλλογισμένα τα ερημικά σπιτάκια της απλής ζωής, ίσαμε τη στιγμή που θ' αράξη στο Λιμένα, η φαντασμαγορία που ξετυλίγεται στα μάτια του είνε ένα θαυμάσιο όραμα ειδυλλίου. Σαν έρχεται μάλιστα από το εσωτερικό της Μακεδονίας με τις απέραντες φυτείες των δημητριακών, του καπνού και του μπαμπακιού, με τα δάση των πλατάνων, των καρυδιών και των σκληρών πουρναριών, η ελιά και το πεύκο της Θάσου νομίζει πως είνε πλασμένα μόνο και μόνο για την αισθητική του απόλαυση. Τα βουνά της Θάσου είνε λεπτόγραμμα και αέρινα, το τοπίο ολόκληρο αναδίνει την πνευματική γοητεία της Αττικής. Αλλωστε και η βλάστηση που κυριαρχεί στο νησί είνε βλάστηση ολοκάθαρα αττική. Το πεύκο μοιάζει με δυσκολοκατόρθωτο αριστοτέχνημα του αγόνου εδάφους. Δεν απευθύνεται στην υλική υπόσταση του ανθρώπου, είνε διδασκαλία της οράσεως και χαρά της ψυχής. Δεν επιτρέπεται να το πλησιάσης χωρίς πνευματική προπόνηση και δεν κατορθώνεις να το αισθανθής χωρίς γυμνασμένη εσωτερική πείρα. Η ελιά είνε το δέντρο της στοργής. Δημιουργεί το πνεύμα της εγκαρδιότητος και της ωφελιμότητος. Προστατεύει το σπίτι και συντηρεί την κατάνυξη. Χιλιάδες χρόνια στέκει στον τόπο της χωρίς απαίτηση και καρπίζει χωρίς καλλιέργεια. Ντύνει τους λόφους και τους κάμπους με την ασημοπράσινη σπιτική ομορφιά της, δίνει τον καρπό της με απαράμιλλη καρτερία, γεμίζει τους κάδους του νοικοκύρη, ζεσταίνει το σπίτι του και θρέφει την υλική ύπαρξή του με στοργή και συμπόνοια. Οι αιώνες κυρτώνουν το γέρικο κορμί της, το σκάβουν, το ξεσκίζουν, το βαθουλώνουν· μα κείνη δεν αποκαρδιώνεται: καμπουριασμένη, σακατεμένη, καταφαγωμένη, γεμίζει πάντα τη μοναξιά της με τον πλούτο της ανθοφορίας της κ' ετοιμάζει κάθε φορά με κάθε λείψανο του εαυτού της την ερχόμενη συγκομιδή. Η ελιά και το πεύκο είνε το αφθονώτερο και το καλύτερο στολίδι της Θάσου. Μα δεν υπάρχει δέντρο και λουλούδι που να μη σταματά το βήμα του περαστικού στο μακαρισμένο τούτο νησί. Στις νεροσυρμές γιγαντώνει το πλατάνι, και στους φράχτες σκαρφαλώνει η μεθυστική αγράμπελη· κ' η λιγαριά ευωδιάζει τον καθάριον αέρα κι' ακροζυγιάζεται η τριανταφυλλιά με τα μπουκέτα των ρόδων της και το γιασεμί στολίζει τα φαγωμένα ξύλα των παλαιϊκών μπαλκονιών κ' η ορτανσία ξεχειλίζει στις γλάστρες της κ' η ντάλια σηκώνει τα φλογισμένα λουλούδια της σε στρατόνια και βραγιές κ' η δύσκολη γκαρντένια ξετυλίγει ασυλλόγιστη την ολόασπρη συμφωνία του θαύματός της κι ο σπιτικός βασιλικός τυλίγει την ήρεμη διάθεση της καλοκαιρινής ώρα στη βαρειά ευωδία του. Κρίμα που εμείς οι άνθρωποι της πολυτάραχης πολιτείας βρισκόμαστε τόσο μακριά από τη δροσάτη κ' ευωδιασμένη Θάσο. Μα και τι ευτύχημα για το νησί που είμαστε τόσο μακρυά. Γιατί θα φέρναμε την εφήμερη φιλοσοφία μας, τα φρικτά γαλλικά μας, την ψεύτικη κοσμικότητά μας, την αμφίβολη ευφυΐα μας, την απιστία μας και την τιποτένια ειρωνεία μας σ' ένα τόπο πλασμένο για την καθαρότητα και της καρδιάς και του νου.



Ξεμπαρκάρομε στο Λιμένα. Λίγοι ψαράδες και λίγοι απλοϊκοί νησιώτες μάς τριγυρίζουν. Κ' είνε Κυριακή. Κόσμος πολύς έχει έρθει. Τα ξενοδοχεία είνε γεμάτα. Μας προσφέρεται η κάμαρη ενός σπιτιού, ολοκάθαρη, ταχτοποιημένη με ανυποψίαστη καλαισθησία, ανοιχτή προς ένα παμπάλαιο ξύλινο μπαλκόνι, που τρίζει κάτω από τα πόδια μας, φορτωμένο γλάστρες με «μυριστικά». Η πολιτεία είνε μικρή: μερικές αρχοντικές κατοικίες κ' ένα σύντομο άθροισμα απλοϊκών σπιτιών, σπαρμένων σε λουλουδιασμένους κήπους και σκιερές αυλές, τη σχηματίζουν. Κ' οι κάμποσοι ξένοι, Καβαλλιώτες οι περισσότεροι, που μένουν λίγες βδομάδες εδώ τώρα το καλοκαίρι, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, γιατί αργότερα το κρύο γίνεται τσουχτερό κ' η θάλασσα ανήσυχη, κ' οι πάμπολλοι άλλοι ξένοι, που έρχονται το Σαββατοκύριακο με το μοτόρι, είνε πλησμονή που δεν κατορθώνει να την εξυπηρετήση το πρόθυμο και φιλόξενο νησί. Είνε κάτι περισσότερο, μια διακοπή του ρυθμού της πατριαρχικής ζωής, του πανάρχαιου ρυθμού που αναδίνεται από κάθε πρόσωπο κι από κάθε αγκωνάρι της Θάσου. Εδώ πέρα η ταραχή των μεγάλων πολιτειών, των μεγάλων κέντρων της σημερινής ζωής, φτάνει σαν ασθενικός και μακρισμένος αντίπαλος. Ο χωριάτης πηγαίνει στο χωράφι του κι ο ψαράς στη θάλασσά του κι ο καραβοκύρης ανοίγει τα πανιά του για τις κοντινές ακρογιαλιές με τη γαλήνη και την αταραξία που έκανε το ίδιο κι ο πατέρας του κι ο παππούς του κι' ο πρόπαππός του. Οι Θάσιοι αγαπούν το νησί τους και το καμαρώνουν με όλη τους την καρδιά. Το βρίσκουν στερημένο και φτωχό και ξαφνιάζονται σαν ο ξένος τούς βεβαιώνει με ειλικρίνεια, πως το βλέπει ολοσδιόλου διαφορετικά. Μοιάζουν σα να μη περιμένουν τίποτε περισσότερο από τη ζωή παρά μονάχα ό,τι τους προσφέρει ο πανάρχαιος καθημερινός τους μόχθος. Δεν τρέφουν μεγάλα όνειρα και δε δοκιμάζουν μεγάλες απογοητεύσεις. Είνε κάτι τι που δε μπορεί να μη το προσέξη και να μη το αισθανθή με πραγματική συγκίνηση ο περαστικός. Και δεν αργεί κι ο ίδιος να συνταιριάση την ύπαρξή του με το ρυθμό μιας τέτοιας ζωής και να ξαπλωθή στην ακροθαλασσιά κοιτάζοντας το γελούμενο πέλαγος με τη δίψα της αιωνιότητος. Και θέλει να μη φύγη ποτέ από τη Θάσο. Να γίνη ένα δέντρο στους λόφους της ή ένα βότσαλο στις αμμουδιές της· να τον δέρνουν οι άνεμοι του χειμώνα που ξεχύνονται ανυπόταχτοι από τα μακεδονικά και τα θρακικά βουνά, να τον συνεπαίρνουν οι άφθονες ροές των νερών που αυλακώνουν τις πλαγιές της κι αυτός να μην αισθάνεται τίποτε, να μη παθαίνη τίποτε και το σημαντικώτερο, να μην έχη για τίποτε να μεταμεληθή. Ετσι δα, με λυρική διάθεση, είδα τη Θάσο. Και την εντύπωση τούτη θέλησα να δώσω πρώτη πρώτη στον υπομονητικό και συγκαταβατικό αναγνώστη μου. Μα θα αδικούσα και το σμαράγδινο νησί του βορεινού Αιγαίου, αυτό το λαμπρό στολίδι της θαυμαστής ελληνικής γης και την πολύχρονη ιστορία του, αν δεν ξανάλεγα τα ιστορικά του περιστατικά και δε στεκόμουν στα γεγονότα και στα πρόσωπα που έπλασαν την ιδιότυπη φισιογνωμία του ανάμεσα στους αιώνες. Γιατί η Θάσος δεν είνε μονάχα ένας θησαυρός φυσικής ομορφιάς· είνε και μια σελίδα πολυσήμαντη του μεγάλου βιβλίου της ιστορίας κ' ένα στάδιο καλλιτεχνικών αγώνων που διασώζουν ίσαμε σήμερα, σακατεμένη από το πέρασμα του καιρού και των βαρβάρων, την απαράμιλλη γοητεία τους. Το νησί έχει δώδεκα χωριά και πειο φημισμένα ανάμεσά τους τα Λιμενάρια, τον Ανω Θεολόγο, το Μεγάλο Καζαβήτι, την Ποταμιά και το Κάστρο ή την Παναγιά, που βρίσκεται κρεμασμένη σε γραφικό λόφο και είνε η πρωτεύουσα του νησιού. Μα ο Λιμένας είνε ό,τι καλύτερο και σημαντικώτερο έχει να προσέξη ο ταξιδιώτης στη Θάσο. Είνε το χωριό, καθώς είπα και πριν, που χτίστηκε στα ερείπια της αρχαίας πολιτείας. Και γι' αυτή την αρχαία πολιτεία του νησιού, θα γίνη λόγος στο αυριανό σημείωμα.



Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ



«Η Πρωία», 20.8.1937



Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-1982) ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του λόγου. Τα ταξιδιωτικά του κείμενα δεν έχουν προσεχθεί ιδιαίτερα, αν και δεν υστερούν σε σχέση με το υπόλοιπο πνευματικό του έργο.